Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

του θανατά

/tu‿θanaˈta/φράση, αρσενικό
•
  1. οικείοάρρωστος ή σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, είτε ετοιμοθάνατος είτε σε κακά χάλια Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Η τιμή του αδελφού, Τόμος 2, (αρχική έκδοση: 1920), εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ιωάννης Δ. Κολλάρος @google.gr/books, @anemi.lib.uoc.gr.
    • 21ος αιώνας, Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, (αρχική έκδοση: 2002), εκδόσεις: Καστανιώτη, ISBN: 9789600332933 @google.gr/books.
    • Λυπηρό που πολλοί άξιοι δημιουργοί δεν είναι ευπώλητοι, ακόμη πιο λυπηρό που κάμποσοι φελλοί επιπλέουν ανέγγιχτοι, αλλά δεν είναι τωρινό το φαινόμενο, μήτε είναι του θανατά.
    • Τον παράτησε, κι αυτός έπεσε του θανατά, ήταν να τον κλαις.
  2. οικείοπάρα πολύ Βικιλεξικό
    • Του θανατά σ’ αγάπησα μορτάκι, μορτάκι του πελάγου, που ’χεις αγγέλου πρόσωπο, τα μάτια ενός μάγου,
    • Βαριέμαι του θανατά.
    • Είμαι τρομαγμένος του θανατά.

Ετυμολογία

του θανατά < είτε γενική ενικού υποθετικού τύπου *θανατάς, επιτατικού του θάνατος (< θάνατ(ος) + -άς (δηλαδή ο Χάρος, αυτός που ασχολείται με το θάνατο) ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική - *τοῦ θανατᾶν (του πεθαμού) < αρχαία ελληνική έναρθρο απαρέμφατο του θανατῶ (θανατόω) : → δείτε τις λέξεις του, θανατά και θανατᾶν

Άλλοι τύποι

θανατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →