τουλίπα
•
- λουλούδιβολβόριζο διακοσμητικό φυτό με μακρύ βλαστό, μακρόστενα φύλλα και ένα μόνο άνθος που βγαίνει στην αρχή της άνοιξης Βικιλεξικό
- Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, μαργαρίτες, κυκλάμινα, ζουμπούλια κι όμορφα κατακόκκινα γαρίφαλα. (Ζωρζ Σαρή, Το γαϊτανάκι, 1973)
Ετυμολογία
τουλίπα < (λόγιο δάνειο) νεολατινική tulipa < τουρκική tülbent (τουρμπάνι) < περσική دلبند (dolband, τουρμπάνι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουλίπα | τουλίπες |
| Γενική | τουλίπας | τουλιπών |
| Αιτιατική | τουλίπα | τουλίπες |
| Κλητική | τουλίπα | τουλίπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →