τουρκόφωνος
•
- αυτός που μιλάει τουρκικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουρκόφωνος < Τούρκ(ος) + -ό- + -φωνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουρκόφωνη / τουρκόφωνος / τουρκόφωνο | τουρκόφωνες / τουρκόφωνοι / τουρκόφωνα |
| Γενική | τουρκόφωνης / τουρκόφωνου / τουρκόφωνου | τουρκόφωνων / τουρκόφωνων / τουρκόφωνων |
| Αιτιατική | τουρκόφωνη / τουρκόφωνο / τουρκόφωνο | τουρκόφωνες / τουρκόφωνους / τουρκόφωνα |
| Κλητική | τουρκόφωνη / τουρκόφωνε / τουρκόφωνο | τουρκόφωνες / τουρκόφωνοι / τουρκόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →