τουρτουριάρης
•
- που τουρτουρίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουρτουριάρης < τουρτούρα + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τουρτουριάρης | τουρτουριάρα | τουρτουριάρικο |
| Γενική | τουρτουριάρη | τουρτουριάρας | τουρτουριάρικου |
| Αιτιατική | τουρτουριάρη | τουρτουριάρα | τουρτουριάρικο |
| Κλητική | τουρτουριάρη | τουρτουριάρα | τουρτουριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τουρτουριάρηδες | τουρτουριάρες | τουρτουριάρικα |
| Γενική | τουρτουριάρηδων | — | τουρτουριάρικων |
| Αιτιατική | τουρτουριάρηδες | τουρτουριάρες | τουρτουριάρικα |
| Κλητική | τουρτουριάρηδες | τουρτουριάρες | τουρτουριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →