Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τουρτουρίζω

ρήμα
•
  1. οικείοτρέμω εξαιτίας του κρύου Βικιλεξικό
    • Μόλις τέλειωσε ἡ λειτουργιὰ κι ὁ κόσμος τουρτουρίζοντας ἀπ' τὴν παγωνιὰ ἔτρεχε νὰ χωθῇ στὰ καλύβια του.(*)

Ετυμολογία

τουρτουρίζω < μεσαιωνική ελληνική τουρτουρίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική Τάρταρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτουρτουρίζωτουρτουρίζειςτουρτουρίζειτουρτουρίζουμετουρτουρίζετετουρτουρίζουν / τουρτουρίζουνε
Παρατατικόςτουρτούριζατουρτούριζεςτουρτούριζετουρτουρίζαμετουρτουρίζατετουρτουρίζαν / τουρτουρίζανε / τουρτούριζαν
Αόριστοςτουρτούρισατουρτούρισεςτουρτούρισετουρτουρίσαμετουρτουρίσατετουρτουρίσαν / τουρτουρίσανε / τουρτούρισαν
Μέλλονταςθα τουρτουρίζω / θα τουρτουρίσωθα τουρτουρίζεις / θα τουρτουρίσειςθα τουρτουρίζει / θα τουρτουρίσειθα τουρτουρίζουμε / θα τουρτουρίσουμεθα τουρτουρίζετε / θα τουρτουρίσετεθα τουρτουρίζουν / θα τουρτουρίζουνε / θα τουρτουρίσουν / θα τουρτουρίσουνε
Παρακείμενοςέχω τουρτουρίσειέχεις τουρτουρίσειέχει τουρτουρίσειέχουμε τουρτουρίσειέχετε τουρτουρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τουρτουρίσειείχες τουρτουρίσειείχε τουρτουρίσειείχαμε τουρτουρίσει——
Υποτακτικήνα έχω τουρτουρίσει / να τουρτουρίζω / να τουρτουρίσωνα έχεις τουρτουρίσει / να τουρτουρίζεις / να τουρτουρίσειςνα έχει τουρτουρίσει / να τουρτουρίζει / να τουρτουρίσεινα έχουμε τουρτουρίσει / να τουρτουρίζουμε / να τουρτουρίσουμενα έχετε τουρτουρίσει / να τουρτουρίζετε / να τουρτουρίσετενα τουρτουρίζουν / να τουρτουρίζουνε / να τουρτουρίσουν / να τουρτουρίσουνε
Προστακτική—τουρτούριζε / τουρτούρισε——τουρτουρίζετε / τουρτουρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →