τούφα
•
- το σύνολο τριχών Βικιλεξικό
- η μάζα βαμβακιού ή μαλλιού προς γνέσιμο Βικιλεξικό
- το πυκνό φύλλωμα σε κλαδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τούφα < μεσαιωνική ελληνική τούφα < υστερολατινική tufa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τούφα | τούφες |
| Γενική | τούφας | τουφών |
| Αιτιατική | τούφα | τούφες |
| Κλητική | τούφα | τούφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →