Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρέξιμο

/ˈtɾe.ksi.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αθλητισμόςη ενέργεια του τρέχω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολλές δουλειές που απαιτούν πολύπλοκες ενέργειες Βικιλεξικό
    • έχω πολύ τρέξιμο να κάνω σε διάφορες υπηρεσίες για πάρω τη βεβαίωση που θέλω, τρέχω και δε φτάνω
  3. μεταφορικάυποθέσεις με εμπλοκή και προβλήματα Βικιλεξικό
    • έχει τρεξίματα με την εφορία: τον καλέσανε για έλεγχο

Ετυμολογία

τρέξιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρέξιμον. Συγχρονικά αναλύεται σε τρεξ- (τρέχω) + -ιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρέξιμοτρεξίματα
Γενικήτρεξίματοςτρεξιμάτων
Αιτιατικήτρέξιμοτρεξίματα
Κλητικήτρέξιμοτρεξίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →