τρέξιμο
•
- αθλητισμόςη ενέργεια του τρέχω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολλές δουλειές που απαιτούν πολύπλοκες ενέργειες Βικιλεξικό
- έχω πολύ τρέξιμο να κάνω σε διάφορες υπηρεσίες για πάρω τη βεβαίωση που θέλω, τρέχω και δε φτάνω
- μεταφορικάυποθέσεις με εμπλοκή και προβλήματα Βικιλεξικό
- έχει τρεξίματα με την εφορία: τον καλέσανε για έλεγχο
Ετυμολογία
τρέξιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρέξιμον. Συγχρονικά αναλύεται σε τρεξ- (τρέχω) + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρέξιμο | τρεξίματα |
| Γενική | τρεξίματος | τρεξιμάτων |
| Αιτιατική | τρέξιμο | τρεξίματα |
| Κλητική | τρέξιμο | τρεξίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →