τρέπομαι
•
- στρέφομαι, αλλάζω κατεύθυνση Βικιλεξικό
- μετατρέπομαι σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρέπομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρέπομαι | τρέπεσαι | τρέπεται | τρεπόμαστε | τρέπεστε | τρέπονται |
| Παρατατικός | τρεπόμουν / τρεπόμουνα | τρεπόσουν / τρεπόσουνα | τρεπόταν / τρεπότανε | τρεπόμασταν / τρεπόμαστε | τρεπόσασταν / τρεπόσαστε | τρέπονταν / τρεπόντουσαν |
| Αόριστος | τράπηκα | τράπηκες | τράπηκε | τραπήκαμε | τραπήκατε | τράπηκαν / τραπήκαν / τραπήκανε |
| Μέλλοντας | θα τρέπομαι / θα τραπώ | θα τρέπεσαι / θα τραπείς | θα τρέπεται / θα τραπεί | θα τραπούμε / θα τρεπόμαστε | θα τρέπεστε / θα τραπείτε | θα τρέπονται / θα τραπούν / θα τραπούνε |
| Παρακείμενος | έχω τραπεί | έχεις τραπεί | έχει τραπεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τραπεί | είχες τραπεί | είχε τραπεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τραπεί / να τρέπομαι / να τραπώ | να έχεις τραπεί / να τρέπεσαι / να τραπείς | να έχει τραπεί / να τρέπεται / να τραπεί | να τραπούμε / να τρεπόμαστε | να τρέπεστε / να τραπείτε | να τρέπονται / να τραπούν / να τραπούνε |
| Προστακτική | — | τρέπου / τρέψου | — | — | τρέπεστε / τραπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →