Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρέχων

/ˈtɾe.xon/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα Βικιλεξικό
    • Το νομοσχέδιο θα υλοποιηθεί μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος.
    • Αν στο τέλος του τρέχοντος έτους οι αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης κλείσουν με κέρδη για πρώτη φορά μετά το 1999, τότε η τρέχουσα χρονική περίοδος ενδεχομένως να αποδειχθεί ο καταλύτης. Η Γουόλ Στριτ και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια έχουν σχεδόν φθάσει στα επίπεδα στα οποία ξεκίνησαν το 2003. (εφημερίδα Το Βήμα, 24.11.2008)
    • Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 https://www.lecturesbureau.gr/1/%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1/)
  2. που ισχύει την παρούσα χρονική στιγμή Βικιλεξικό
    • Η τρέχουσα τιμή του δολαρίου.
  3. που έχει σχέση με τις καθημερινές ανάγκες Βικιλεξικό
    • Συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα θέματα.
    • Ο προϋπολογισμός δεν φαίνεται να καλύπτει ούτε καν τις τρέχουσες ανάγκες.

Ετυμολογία

τρέχων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρέχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courant

Άλλοι τύποι

τρέχοντρέχοντατρέχονταςτρέχοντεςτρέχοντοςτρέχουσατρέχουσαςτρέχουσεςτρέχωτρέχωντρεχουσώντρεχούσηςτρεχόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →