τρίαινα
•
- καμάκι με τρείς αιχμές, τρία δόντια Βικιλεξικό
- ελληνική μυθολογίατο όπλο του θεού Ποσειδώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρίαινα < αρχαία ελληνική τρίαινα. Αναλύεται σε τρί- + -αινα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίαινα | τρίαινες |
| Γενική | τρίαινας | τριαινών |
| Αιτιατική | τρίαινα | τρίαινες |
| Κλητική | τρίαινα | τρίαινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →