τρίβομαι
•
- με τρίβουν Βικιλεξικό
- το τυρί τρίφτηκε, τα μακαρόνια έβρασαν και περιμένουμε όλοι εσένα να κάνεις τη σάλτσα
- συνεκδοχικάφθείρομαι Βικιλεξικό
- όλα τα πουκάμισα έχουν τριφτεί στο ίδιο σημείο στο γιακά
- μεταφορικάαποκτώ τριβή, εμπειρία σε κάτι μέσα από τη συνεχή επαφή με αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρίβομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →