τρίπτυχο
•
- τέχνηεικόνα ή σειρά εικόνων ζωγραφισμένη σε τρία τμήματα, εκ των οποίων τα δύο εξωτερικά συνδέονται με μεντεσέδες και διπλώνουν / κλείνουν πάνω στο μεσαίο Βικιλεξικό
- έγγραφο τριών φύλλων Βικιλεξικό
- μεταφορικάτρία στοιχεία, έννοιες κ.λπ. που έχουν μεταξύ τους σχέση ή συνδέονται Βικιλεξικό
- παλαιογραφίαχειρόγραφο που αποτελείται από τρία φύλλα χαρτιού ή περγαμηνής που διπλώνονται στα δύο και ράβονται μαζί κατά μήκος της άκρης τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρίπτυχο < αρχαία ελληνική τρίπτυχον, ουδέτερο του τρίπτυχος < τρι- + πτύσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική triptyque ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική triptych)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίπτυχο | τρίπτυχα |
| Γενική | τρίπτυχου / τριπτύχου | τριπτύχων |
| Αιτιατική | τρίπτυχο | τρίπτυχα |
| Κλητική | τρίπτυχο | τρίπτυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →