τραβάω
•
- μεταβατικόπροσπαθώ να μετακινήσω κάτι προς το μέρος μου ασκώντας δύναμη είτε εξ επαφής είτε μέσω ενός σχοινιού, αλυσίδας κ.λπ Βικιλεξικό
- τράβηξαν τη βάρκα έξω στη στεριά
- τον τραβούσε από το χέρι μέσα στη μέση του δρόμου
- μεταβατικόυποφέρω Βικιλεξικό
- έχω τραβήξει των παθών μου τον τάραχο μ' αυτό το παιδί
- αμετάβατοπηγαίνω Βικιλεξικό
- άντε, τράβα τώρα... (άντε, πήγαινε τώρα...)
- μεταβατικόαπορροφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραβάω < τραβ(ώ) + επίθημα -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τραβῶ < τραβίζω < ταυρίζω < αρχαία ελληνική ταῦρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *táwros
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τραβάω / τραβώ | τραβάς | τραβά / τραβάει | τραβάμε / τραβούμε | τραβάτε | τραβάν / τραβάνε / τραβούν / τραβούνε |
| Παρατατικός | τράβαγα / τραβούσα | τράβαγες / τραβούσες | τράβαγε / τραβούσε | τραβάγαμε / τραβούσαμε | τραβάγατε / τραβούσατε | τράβαγαν / τραβάγανε / τραβούσαν / τραβούσανε |
| Αόριστος | τράβηξα | τράβηξες | τράβηξε | τραβήξαμε | τραβήξατε | — |
| Μέλλοντας | θα τραβάω / θα τραβήξω / θα τραβώ | θα τραβάς / θα τραβήξεις | θα τραβά / θα τραβάει / θα τραβήξει | θα τραβάμε / θα τραβήξουμε / θα τραβούμε | θα τραβάτε / θα τραβήξετε | θα τραβάν / θα τραβάνε / θα τραβούν / θα τραβούνε |
| Υποτακτική | να τραβάω / να τραβήξω / να τραβώ | να τραβάς / να τραβήξεις | να τραβά / να τραβάει / να τραβήξει | να τραβάμε / να τραβήξουμε / να τραβούμε | να τραβάτε / να τραβήξετε | να τραβάν / να τραβάνε / να τραβούν / να τραβούνε |
| Προστακτική | — | τράβα / τράβαγε / τράβηξε, τράβηχ' | — | — | τραβάτε / τραβήξτε, τραβήχτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τραβιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →