τραβέρσο
•
- ναυτικός όροςη θέση πλοίου κατά την οποία πλέει, καθώς δέχεται τον άνεμο ή το κύμα από τα πλάγια μπροστά. Λοξός, εγκάρσιος Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη μέγιστη δυνατή κόντρα (λοξή με την μικρότερη δυνατή γωνία πλεύσης) στον άνεμο πορεία & ταχύτητα (όρτσα) του σκάφους με το κύμα στην μάσκα του (παρειές). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραβέρσο < (άμεσο δάνειο) ιταλική traverso < λατινική transversus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος transverto < trans + verto < πρωτοϊταλική *wertō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wértti < *wert- (γυρίζω, στρέφω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →