τραγάνα
•
- οικείοτραγανό σταφύλι Βικιλεξικό
- βυθός με χαλίκια και φύκια Βικιλεξικό
- πετρώδες έδαφος Βικιλεξικό
- για το τοπωνύμιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγάνα < → λείπει η ετυμολογία → δείτε τη λέξη τραγανός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγάνα | τραγάνες |
| Γενική | τραγάνας | — |
| Αιτιατική | τραγάνα | τραγάνες |
| Κλητική | τραγάνα | τραγάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →