τραγανίζω
•
- τρώω κάτι τραγανό παράγοντας κατά το μάσημα χαρακτηριστικό θόρυβο κατά το θρυμμάτισμά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάξοδεύω σε μικρές δόσεις κάθε φορά ένα χρηματικό ποσό (ή άλλο περιουσιακό στοιχείο) που περιέρχεται στην κατοχή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγανίζω < τραγανός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τραγανίζω | τραγανίζεις | τραγανίζει | τραγανίζουμε | τραγανίζετε | τραγανίζουν / τραγανίζουνε |
| Παρατατικός | τραγάνιζα | τραγάνιζες | τραγάνιζε | τραγανίζαμε | τραγανίζατε | τραγάνιζαν / τραγανίζαν / τραγανίζανε |
| Αόριστος | τραγάνισα | τραγάνισες | τραγάνισε | τραγανίσαμε | τραγανίσατε | τραγάνισαν / τραγανίσαν / τραγανίσανε |
| Μέλλοντας | θα τραγανίζω / θα τραγανίσω | θα τραγανίζεις / θα τραγανίσεις | θα τραγανίζει / θα τραγανίσει | θα τραγανίζουμε / θα τραγανίσουμε | θα τραγανίζετε / θα τραγανίσετε | θα τραγανίζουν / θα τραγανίζουνε / θα τραγανίσουν / θα τραγανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τραγανίσει | έχεις τραγανίσει | έχει τραγανίσει | έχουμε τραγανίσει | έχετε τραγανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τραγανίσει | είχες τραγανίσει | είχε τραγανίσει | είχαμε τραγανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τραγανίσει / να τραγανίζω / να τραγανίσω | να έχεις τραγανίσει / να τραγανίζεις / να τραγανίσεις | να έχει τραγανίσει / να τραγανίζει / να τραγανίσει | να έχουμε τραγανίσει / να τραγανίζουμε / να τραγανίσουμε | να έχετε τραγανίσει / να τραγανίζετε / να τραγανίσετε | να τραγανίζουν / να τραγανίζουνε / να τραγανίσουν / να τραγανίσουνε |
| Προστακτική | — | τραγάνιζε / τραγάνισε | — | — | τραγανίζετε / τραγανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →