τραγανός
•
- που έχει ξεροψηθεί κι, όταν το το μασάς, τρίζει Βικιλεξικό
- Το ταψί έχει βγει από το φούρνο και περιμένει αχνιστό στο φορμάικα τραπέζι. Η κρεμώδης σάρκα του τρεμουλιάζει κάτω από το τραγανό φύλλο. Όμως δεν πρέπει να το αγγίξει κανείς. Ποιός κανείς; Ο μόνος κανείς εδώ είναι ο Τ. κι απαγορεύεται να φάει το γαλακτομπούρεκο. Πρέπει πρώτα να κρυώσει για να το κόψει η γυναίκα μ'ένα παλιό κουζινομάχαιρο. (Revue le courage n°2, Les salauds, εκδ. Grasset, 2016)
- κρουστός, σκληρός (στην υφή) (π.χ. για φρούτα: κεράσια κ.λπ. Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτραγανό: χόνδρος (στο αφτί, τη μύτη κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγανός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τραγανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγανός | τραγανή | τραγανό |
| Γενική | τραγανού | τραγανής | τραγανού |
| Αιτιατική | τραγανό | τραγανή | τραγανό |
| Κλητική | τραγανέ | τραγανή | τραγανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγανοί | τραγανές | τραγανά |
| Γενική | τραγανών | τραγανών | τραγανών |
| Αιτιατική | τραγανούς | τραγανές | τραγανά |
| Κλητική | τραγανοί | τραγανές | τραγανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →