Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγανός

/tɾa.ɣaˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ξεροψηθεί κι, όταν το το μασάς, τρίζει Βικιλεξικό
    • Το ταψί έχει βγει από το φούρνο και περιμένει αχνιστό στο φορμάικα τραπέζι. Η κρεμώδης σάρκα του τρεμουλιάζει κάτω από το τραγανό φύλλο. Όμως δεν πρέπει να το αγγίξει κανείς. Ποιός κανείς; Ο μόνος κανείς εδώ είναι ο Τ. κι απαγορεύεται να φάει το γαλακτομπούρεκο. Πρέπει πρώτα να κρυώσει για να το κόψει η γυναίκα μ'ένα παλιό κουζινομάχαιρο. (Revue le courage n°2, Les salauds, εκδ. Grasset, 2016)
  2. κρουστός, σκληρός (στην υφή) (π.χ. για φρούτα: κεράσια κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοτραγανό: χόνδρος (στο αφτί, τη μύτη κ.α.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγανός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τραγανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγανόςτραγανήτραγανό
Γενικήτραγανούτραγανήςτραγανού
Αιτιατικήτραγανότραγανήτραγανό
Κλητικήτραγανέτραγανήτραγανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγανοίτραγανέςτραγανά
Γενικήτραγανώντραγανώντραγανών
Αιτιατικήτραγανούςτραγανέςτραγανά
Κλητικήτραγανοίτραγανέςτραγανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →