τραγανοχείλα
•
- οικείοθηλυκό του τραγανόχειλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγανοχείλα < + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγανοχείλα | τραγανοχείλες |
| Γενική | τραγανοχείλας | τραγανοχειλών |
| Αιτιατική | τραγανοχείλα | τραγανοχείλες |
| Κλητική | τραγανοχείλα | τραγανοχείλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →