Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγικός

/tɾa.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνίαπου αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία Βικιλεξικό
    • η τραγική ποίηση, οι τραγικοί ήρωες
  2. λογοτεχνία«οι τραγικοί» (εννοείται: ποιητές) Βικιλεξικό
    • οι τρεις τραγικοί: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης
  3. οδυνηρός, που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση και πόνο Βικιλεξικό
    • τραγικό περιστατικό
    • Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)
  4. πολύ σοβαρός, που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραγικός :* σημασία «οδυνηρός, φοβερός» < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tragique < λατινική tragicus < αρχαία ελληνική τραγικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγικόςτραγικήτραγικό
Γενικήτραγικούτραγικήςτραγικού
Αιτιατικήτραγικότραγικήτραγικό
Κλητικήτραγικέτραγικήτραγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγικοίτραγικέςτραγικά
Γενικήτραγικώντραγικώντραγικών
Αιτιατικήτραγικούςτραγικέςτραγικά
Κλητικήτραγικοίτραγικέςτραγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →