τραγικός
•
- λογοτεχνίαπου αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία Βικιλεξικό
- η τραγική ποίηση, οι τραγικοί ήρωες
- λογοτεχνία«οι τραγικοί» (εννοείται: ποιητές) Βικιλεξικό
- οι τρεις τραγικοί: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης
- οδυνηρός, που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση και πόνο Βικιλεξικό
- τραγικό περιστατικό
- Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)
- πολύ σοβαρός, που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραγικός :* σημασία «οδυνηρός, φοβερός» < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tragique < λατινική tragicus < αρχαία ελληνική τραγικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγικός | τραγική | τραγικό |
| Γενική | τραγικού | τραγικής | τραγικού |
| Αιτιατική | τραγικό | τραγική | τραγικό |
| Κλητική | τραγικέ | τραγική | τραγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγικοί | τραγικές | τραγικά |
| Γενική | τραγικών | τραγικών | τραγικών |
| Αιτιατική | τραγικούς | τραγικές | τραγικά |
| Κλητική | τραγικοί | τραγικές | τραγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →