τρακτέρ
•
- τεχνολογίααυτοκινούμενος γεωργικός ελκυστήρας που, χάρη στην ισχυρή πρόσφυση και την προσαρμογή του σε ανώμαλα εδάφη, χρησιμοποιείται για τη ρυμούλκηση ή την κίνηση διαφόρων αγροτικών μηχανημάτων και ποικίλες αγροτικές εργασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρακτέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική tracteur < λατινική tractus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος traho (σύρω, τραβώ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →