ελκυστήρας
•
- μηχάνημα που έλκει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελκυστήρας < αρχαία ελληνική ἑλκυστήρ (αιτιατική τὸν ἑλκυστῆρα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tracteur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελκυστήρας | ελκυστήρες |
| Γενική | ελκυστήρα | ελκυστήρων |
| Αιτιατική | ελκυστήρα | ελκυστήρες |
| Κλητική | ελκυστήρα | ελκυστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →