τραμπούκικος
•
- που έχει σχέση με τραμπούκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραμπούκικος < τραμπούκος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραμπούκικος | τραμπούκικη | τραμπούκικο |
| Γενική | τραμπούκικου | τραμπούκικης | τραμπούκικου |
| Αιτιατική | τραμπούκικο | τραμπούκικη | τραμπούκικο |
| Κλητική | τραμπούκικε | τραμπούκικη | τραμπούκικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραμπούκικοι | τραμπούκικες | τραμπούκικα |
| Γενική | τραμπούκικων | τραμπούκικων | τραμπούκικων |
| Αιτιατική | τραμπούκικους | τραμπούκικες | τραμπούκικα |
| Κλητική | τραμπούκικοι | τραμπούκικες | τραμπούκικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →