Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραμπούκικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τραμπούκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραμπούκικος < τραμπούκος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραμπούκικοςτραμπούκικητραμπούκικο
Γενικήτραμπούκικουτραμπούκικηςτραμπούκικου
Αιτιατικήτραμπούκικοτραμπούκικητραμπούκικο
Κλητικήτραμπούκικετραμπούκικητραμπούκικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραμπούκικοιτραμπούκικεςτραμπούκικα
Γενικήτραμπούκικωντραμπούκικωντραμπούκικων
Αιτιατικήτραμπούκικουςτραμπούκικεςτραμπούκικα
Κλητικήτραμπούκικοιτραμπούκικεςτραμπούκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τραμπουκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τραμπούκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραμπουκικός < τραμπούκος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραμπουκικόςτραμπουκική / τραμπουκικητραμπουκικο / τραμπουκικό
Γενικήτραμπουκικούτραμπουκικήςτραμπουκικού
Αιτιατικήτραμπουκικότραμπουκικήτραμπουκικό
Κλητικήτραμπουκικέτραμπουκικήτραμπουκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραμπουκικοίτραμπουκικέςτραμπουκικά
Γενικήτραμπουκικώντραμπουκικώντραμπουκικών
Αιτιατικήτραμπουκικούςτραμπουκικέςτραμπουκικά
Κλητικήτραμπουκικοίτραμπουκικέςτραμπουκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →