Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραμπούκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο που ανήκει σε παρακρατική οργάνωση ή σε κομματική παράταξη και δημιουργεί επεισόδια ή προβαίνει σε βιαιοπραγίες, συνήθως επί πληρωμή Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάτομο που προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις του χρησιμοποιώντας βία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραμπούκος < (άμεσο δάνειο) ισπανική trabuco < λατινική trabuco (τρεμπουσέ) (μαρτυρείται από το 1865)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραμπούκοςτραμπούκοι
Γενικήτραμπούκουτραμπούκων
Αιτιατικήτραμπούκοτραμπούκους
Κλητικήτραμπούκε / τραμπούκοτραμπούκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →