Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρανός

/tɾaˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεγάλος, ισχυρός, δυνατός, φημισμένος Βικιλεξικό
    • Ήταν τότε που ήταν κύρης τρανός, τότε που όλα τα Μαντεμοχώρια βγάζαν παρά με ουρά. (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκη, 2008)

Ετυμολογία

τρανός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τρανός < αρχαία ελληνική τρανής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρανόςτρανήτρανό
Γενικήτρανούτρανήςτρανού
Αιτιατικήτρανότρανήτρανό
Κλητικήτρανέτρανήτρανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρανοίτρανέςτρανά
Γενικήτρανώντρανώντρανών
Αιτιατικήτρανούςτρανέςτρανά
Κλητικήτρανοίτρανέςτρανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →