Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραπέζι

/tɾaˈpe.zi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έπιπλο με τέσσερα, συνήθως, πόδια Βικιλεξικό
    • το τραπέζι της κουζίνας
    • χειρουργικό τραπέζι
  2. το γεύμα ή το δείπνο Βικιλεξικό
    • Αύριο λοιπόν, τους λέει, πού θα πάτε στο τραπέζι να φάτε, να πάρετε και ένα σκυλάκι μαζί σας και να του ρίξετε μια κουταλιά φαΐ (Η Τζιτζίναινα, Νεοελληνικά ανάλεκτα, τόμος Α΄, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 1870, σελ. 24 https://books.google.gr/books?id=LekGAAAAQAAJ&dq=%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B6%CE%B9&pg=PA24#v=onepage&q=%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B6%CE%B9&f=false)

Ετυμολογία

τραπέζι < μεσαιωνική ελληνική τραπέζιν < αρχαία ελληνική τράπεζα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tr̥-ped-ih₂- (που έχει τρία πόδια) < *tr̥- (τρία) + *pṓds (πούς, πόδι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραπέζιτραπέζια
Γενικήτραπεζιούτραπεζιών
Αιτιατικήτραπέζιτραπέζια
Κλητικήτραπέζιτραπέζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →