τραπέζι
•
- έπιπλο με τέσσερα, συνήθως, πόδια Βικιλεξικό
- το τραπέζι της κουζίνας
- χειρουργικό τραπέζι
- το γεύμα ή το δείπνο Βικιλεξικό
- Αύριο λοιπόν, τους λέει, πού θα πάτε στο τραπέζι να φάτε, να πάρετε και ένα σκυλάκι μαζί σας και να του ρίξετε μια κουταλιά φαΐ (Η Τζιτζίναινα, Νεοελληνικά ανάλεκτα, τόμος Α΄, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 1870, σελ. 24 https://books.google.gr/books?id=LekGAAAAQAAJ&dq=%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B6%CE%B9&pg=PA24#v=onepage&q=%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B6%CE%B9&f=false)
Ετυμολογία
τραπέζι < μεσαιωνική ελληνική τραπέζιν < αρχαία ελληνική τράπεζα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tr̥-ped-ih₂- (που έχει τρία πόδια) < *tr̥- (τρία) + *pṓds (πούς, πόδι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπέζι | τραπέζια |
| Γενική | τραπεζιού | τραπεζιών |
| Αιτιατική | τραπέζι | τραπέζια |
| Κλητική | τραπέζι | τραπέζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →