τραυματικός
•
- που έχει σχέση με τραύμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό
- που προξενεί τραύμα (ιδίως ψυχικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραυματικός < ελληνιστική κοινή τραυματικός < αρχαία ελληνική τραῦμᾰ < τιτρώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terh₃- (τραυματίζω) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική traumatique ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική traumatic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραυματικός | τραυματική | τραυματικό |
| Γενική | τραυματικού | τραυματικής | τραυματικού |
| Αιτιατική | τραυματικό | τραυματική | τραυματικό |
| Κλητική | τραυματικέ | τραυματική | τραυματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραυματικοί | τραυματικές | τραυματικά |
| Γενική | τραυματικών | τραυματικών | τραυματικών |
| Αιτιατική | τραυματικούς | τραυματικές | τραυματικά |
| Κλητική | τραυματικοί | τραυματικές | τραυματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →