Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραυματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τραύμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. που προξενεί τραύμα (ιδίως ψυχικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραυματικός < ελληνιστική κοινή τραυματικός < αρχαία ελληνική τραῦμᾰ < τιτρώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terh₃- (τραυματίζω) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική traumatique ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική traumatic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραυματικόςτραυματικήτραυματικό
Γενικήτραυματικούτραυματικήςτραυματικού
Αιτιατικήτραυματικότραυματικήτραυματικό
Κλητικήτραυματικέτραυματικήτραυματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραυματικοίτραυματικέςτραυματικά
Γενικήτραυματικώντραυματικώντραυματικών
Αιτιατικήτραυματικούςτραυματικέςτραυματικά
Κλητικήτραυματικοίτραυματικέςτραυματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →