τραυματιοφορέας
•
- στρατιωτικός όροςστρατιώτης που μεταφέρει τραυματισμένους Βικιλεξικό
- ιατρικήνοσοκομειακός υπάλληλος που μεταφέρει τραυματισμένους (θανάσιμα ή μη) ή ασθενείς Βικιλεξικό
- Οι τραυματιοφορείς βάζουν τον νεκρό στο ασθενοφόρο. (Πέτρος Μάρκαρης (2020) Ο φόνος είναι χρήμα [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
τραυματιοφορέας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τραυματιοφορεύς < τραυματί(ας) + -ο- + αρχαία ελληνική φορεύς > φορέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραυματιοφορέας | τραυματιοφορείς |
| Γενική | τραυματιοφορέα / τραυματιοφορέως | τραυματιοφορέων |
| Αιτιατική | τραυματιοφορέα | τραυματιοφορείς |
| Κλητική | τραυματιοφορέα | τραυματιοφορείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →