Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραχειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου σχετίζεται με την τραχεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραχειακός < τραχεί(α) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραχειακόςτραχειακήτραχειακό
Γενικήτραχειακούτραχειακήςτραχειακού
Αιτιατικήτραχειακότραχειακήτραχειακό
Κλητικήτραχειακέτραχειακήτραχειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραχειακοίτραχειακέςτραχειακά
Γενικήτραχειακώντραχειακώντραχειακών
Αιτιατικήτραχειακούςτραχειακέςτραχειακά
Κλητικήτραχειακοίτραχειακέςτραχειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →