τρέλα
•
- ιατρικήπαθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου Βικιλεξικό
- η απερίσκεπτη ενέργεια Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόοι απερισκεψίες Βικιλεξικό
- Σταμάτα να κάνεις τρέλες και λογικέψου!
- μεταφορικάη ιδιοτροπία Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πάθος Βικιλεξικό
- για κάτι που είναι πολύ όμορφο Βικιλεξικό
- Αγόρασα ένα παλτουδάκι, τρέλα.
Ετυμολογία
τρέλα < τρελ(αίνω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρέλα | τρέλες |
| Γενική | τρέλας | τρελών |
| Αιτιατική | τρέλα | τρέλες |
| Κλητική | τρέλα | τρέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →