τριάρι
•
- το ψηφίο τρία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από τρία ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- διαμέρισμα με τρία κύρια δωμάτια
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 3 Βικιλεξικό
- το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 3
- βαθμός σε εξετάσεις
- αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται αριστερός αμυντικός στην σύνθεση Βικιλεξικό
- αθλητισμόςπαίκτης που αγωνίζεται με τον αριθμό 3 σε μια ομάδα Βικιλεξικό
- νόμισμανόμισμα που αξίζει τρία χάλκινα Βικιλεξικό
- (μιλάει ο Ανατολίτης) Φώναξε ένα άντρωπο λέω, μπρε... Να ένα τριάρι· (τω δίδει εν νόμισμα) δός' το εκείνο άντρωπο (Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πράξις τρίτη, Ναύπλιο, 1836)
Ετυμολογία
τριάρι < τρί(α) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριάρι | τριάρια |
| Γενική | τριαριού | τριαριών |
| Αιτιατική | τριάρι | τριάρια |
| Κλητική | τριάρι | τριάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →