Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριβέλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοτρυπάνι Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοαρίδα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκάτι διαπεραστικό ή δυνατό (όπως πόνος, ιδέα κ.τ.π.) Βικιλεξικό
  4. τρόφιμοτύπος ζυμαρικού σε σχήμα βίδας - τρυπανιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριβέλι < μεσαιωνική ελληνική τριβέλλιον < μεσαιωνική λατινική terebellum < terebra < tero < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terh₁-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριβέλιτριβέλια
Γενικήτριβελιούτριβελιών
Αιτιατικήτριβέλιτριβέλια
Κλητικήτριβέλιτριβέλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →