τριβόμενος
•
- που τρίβεται Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαπου παράγεται από τη σύσφιγξη του εκπνεόμενου αέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριβόμενος < τρίβομαι
Άλλοι τύποι
τριβόμενατριβόμενετριβόμενεςτριβόμενητριβόμενηςτριβόμενοτριβόμενοιτριβόμενοςτριβόμενουτριβόμενουςτριβόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →