Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρικάμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςγια κινητό ή άλλη συσκευή που έχει τρεις κάμερες για φωτογράφιση ή λήψη βίντεο Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτρικάμερο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρικάμερος < τρι- + κάμερ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρικάμεροςτρικάμερητρικάμερο
Γενικήτρικάμερουτρικάμερηςτρικάμερου
Αιτιατικήτρικάμεροτρικάμερητρικάμερο
Κλητικήτρικάμερετρικάμερητρικάμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρικάμεροιτρικάμερεςτρικάμερα
Γενικήτρικάμερωντρικάμερωντρικάμερων
Αιτιατικήτρικάμερουςτρικάμερεςτρικάμερα
Κλητικήτρικάμεροιτρικάμερεςτρικάμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →