τρικάμερος
•
- νεολογισμόςγια κινητό ή άλλη συσκευή που έχει τρεις κάμερες για φωτογράφιση ή λήψη βίντεο Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτρικάμερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρικάμερος < τρι- + κάμερ(α) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικάμερος | τρικάμερη | τρικάμερο |
| Γενική | τρικάμερου | τρικάμερης | τρικάμερου |
| Αιτιατική | τρικάμερο | τρικάμερη | τρικάμερο |
| Κλητική | τρικάμερε | τρικάμερη | τρικάμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικάμεροι | τρικάμερες | τρικάμερα |
| Γενική | τρικάμερων | τρικάμερων | τρικάμερων |
| Αιτιατική | τρικάμερους | τρικάμερες | τρικάμερα |
| Κλητική | τρικάμεροι | τρικάμερες | τρικάμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →