τρικομματικός
•
- που έχει σχέση με τρία κόμματα ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
- που αποτελείται από τρία κόμματα Βικιλεξικό
- Η πρώτη σοβαρή εμπλοκή μετά ένα χρόνο λειτουργίας σημειώθηκε χθες εντός της τρικομματικής κυβέρνησης. (*)
Ετυμολογία
τρικομματικός < τρι- + κομματικός < κόμμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικομματικός | τρικομματική | τρικομματικό |
| Γενική | τρικομματικού | τρικομματικής | τρικομματικού |
| Αιτιατική | τρικομματικό | τρικομματική | τρικομματικό |
| Κλητική | τρικομματικέ | τρικομματική | τρικομματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικομματικοί | τρικομματικές | τρικομματικά |
| Γενική | τρικομματικών | τρικομματικών | τρικομματικών |
| Αιτιατική | τρικομματικούς | τρικομματικές | τρικομματικά |
| Κλητική | τρικομματικοί | τρικομματικές | τρικομματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →