τρικούβερτος
•
- ναυτικός όροςπου έχει τρία καταστρώματα (= κουβέρτες) Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ένταση και διάρκεια Βικιλεξικό
- Στήσανε έναν καβγά τρικούβερτο.
- Μετά το γάμο έγινε ένα τρικούβερτο γλέντι.
Ετυμολογία
τρικούβερτος < τρι- + κουβέρτ(α) (στη σημασία: κατάστρωμα) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικούβερτος | τρικούβερτη | τρικούβερτο |
| Γενική | τρικούβερτου | τρικούβερτης | τρικούβερτου |
| Αιτιατική | τρικούβερτο | τρικούβερτη | τρικούβερτο |
| Κλητική | τρικούβερτε | τρικούβερτη | τρικούβερτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικούβερτοι | τρικούβερτες | τρικούβερτα |
| Γενική | τρικούβερτων | τρικούβερτων | τρικούβερτων |
| Αιτιατική | τρικούβερτους | τρικούβερτες | τρικούβερτα |
| Κλητική | τρικούβερτοι | τρικούβερτες | τρικούβερτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →