Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρικυμία

/tɾi.ciˈmi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλη θαλασσοταραχή Βικιλεξικό
    • Η τρικυμία δεν επέτρεψε στα πλοία να αποπλεύσουν.
    • Εἰς πολλά μέρη τῆς γῆς ὑπάρχουσιν ἄνεμοι φέροντες εἰδικά ὀνόματα. Οὕτω ὁ θερμός ἄνεμος, ὁ ἀπό τῆς ἐρήμου πνέων ἐπί τήν Βόρειον Ἀφρικήν ὀνομάζεται «Σιμούν»· οἱ ἄνεμοι τοῦ Ἰνδικοῦ Ὠκεανοῦ ὀνομάζονται «Μονσούν» ἢ «ἐτησίαι»· αἱ καταιγίδες τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ «τυφῶνες» καὶ αἱ σφοδραὶ τρικυμίαι τοῦ κόλπου τῆς Γουϊνέας «σίφωνες» ἢ «tornados» ἐξ ἱσπανικῆς λέξεως σημαινούσης «στρέφεσθαι». (περιοδικό Εστία, τόμοι 19-20, 1885, σελ. 209 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/4bcdqyC5ZD0C?hl=el&gbpv=1&pg=PA209&printsec=frontcover)
  2. μεταφορικάμεγάλη αναστάτωση και σύγχυση Βικιλεξικό
    • Τα τελευταία φορολογικά μέτρα προκάλεσαν τρικυμία σε κάποιους κλάδους εργαζομένων.
    • Στην ζωή μου εσύ είσαι η μία, μόνο η μία, η μοναδική του μυαλού μου η τρικυμία, η ηρεμία και πάλι απ’ την αρχή.
  3. μεταφορικάοι δυσκολίες, τα βάσανα Βικιλεξικό
    • Αντιμετώπισε με θάρρος τις τρικυμίες της ζωής.

Ετυμολογία

τρικυμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρικυμία < τρι- + -κυμία < κῦμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρικυμίατρικυμίες
Γενικήτρικυμίαςτρικυμιών
Αιτιατικήτρικυμίατρικυμίες
Κλητικήτρικυμίατρικυμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →