τρικυμίζω
•
- κυριολεκτικάπροκαλώ τρικυμία Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναστατώνω, διαταράσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρικυμίζω < τρικυμία + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρικυμίζω | τρικυμίζεις | τρικυμίζει | τρικυμίζουμε | τρικυμίζετε | τρικυμίζουν / τρικυμίζουνε |
| Παρατατικός | τρικύμιζα | τρικύμιζες | τρικύμιζε | τρικυμίζαμε | τρικυμίζατε | τρικυμίζαν / τρικυμίζανε / τρικύμιζαν |
| Αόριστος | τρικύμισα | τρικύμισες | τρικύμισε | τρικυμίσαμε | τρικυμίσατε | τρικυμίσαν / τρικυμίσανε / τρικύμισαν |
| Μέλλοντας | θα τρικυμίζω / θα τρικυμίσω | θα τρικυμίζεις / θα τρικυμίσεις | θα τρικυμίζει / θα τρικυμίσει | θα τρικυμίζουμε / θα τρικυμίσουμε | θα τρικυμίζετε / θα τρικυμίσετε | θα τρικυμίζουν / θα τρικυμίζουνε / θα τρικυμίσουν / θα τρικυμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρικυμίσει | έχεις τρικυμίσει | έχει τρικυμίσει | έχουμε τρικυμίσει | έχετε τρικυμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρικυμίσει | είχες τρικυμίσει | είχε τρικυμίσει | είχαμε τρικυμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρικυμίσει / να τρικυμίζω / να τρικυμίσω | να έχεις τρικυμίσει / να τρικυμίζεις / να τρικυμίσεις | να έχει τρικυμίσει / να τρικυμίζει / να τρικυμίσει | να έχουμε τρικυμίσει / να τρικυμίζουμε / να τρικυμίσουμε | να έχετε τρικυμίσει / να τρικυμίζετε / να τρικυμίσετε | να τρικυμίζουν / να τρικυμίζουνε / να τρικυμίσουν / να τρικυμίσουνε |
| Προστακτική | — | τρικύμιζε / τρικύμισε | — | — | τρικυμίζετε / τρικυμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →