τριχοφυΐα
•
- ιατρικήη εμφάνιση τριχών σε κάποια σημεία του σώματος των έμβιων όντων Βικιλεξικό
- Μερικές γεροντικές φυσιογνωμίες μέ τό πλατύ πρόσωπο, τήν χοντρή μύτη καί τήν ἄφθονη τριχοφυΐα δείχνουν ἀκόμη στενώτερη συγγένεια μὲ τὴ Μακεδονικὴ σχολή , καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεοφάνης πλούτισε τὴν τέχνη του κατὰ τὴ διαμονή του στὸν Ἄθω. (Κρητικά Χρονικά, τόμος 4, 1950, σελ. 387)
Ετυμολογία
τριχοφυΐα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τριχοφυΐα < ελληνιστική κοινή τριχοφυής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριχοφυΐα | τριχοφυΐες |
| Γενική | τριχοφυΐας | τριχοφυϊών |
| Αιτιατική | τριχοφυΐα | τριχοφυΐες |
| Κλητική | τριχοφυΐα | τριχοφυΐες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →