τρίχα
•
- ανατομίανηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών Βικιλεξικό
- ≤ συνυπώνυμα: μαλλί, χνούδι
- πολύ μικρή απόσταση («όσο μια τρίχα») Βικιλεξικό
- Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ετυμολογία
τρίχα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρίχα < ελληνιστική κοινή τρίχα < αρχαία ελληνική θρίξ, από την αιτιατική «τὴν τρίχα» (γενική: τῆς τριχός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίχα | τρίχες |
| Γενική | τρίχας | τριχών |
| Αιτιατική | τρίχα | τρίχες |
| Κλητική | τρίχα | τρίχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →