Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρίχα

/ˈtɾi.xa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανατομίανηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών Βικιλεξικό
    • ≤ συνυπώνυμα: μαλλί, χνούδι
  2. πολύ μικρή απόσταση («όσο μια τρίχα») Βικιλεξικό
    • Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

τρίχα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρίχα < ελληνιστική κοινή τρίχα < αρχαία ελληνική θρίξ, από την αιτιατική «τὴν τρίχα» (γενική: τῆς τριχός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρίχατρίχες
Γενικήτρίχαςτριχών
Αιτιατικήτρίχατρίχες
Κλητικήτρίχατρίχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →