Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βγάζει ήχο τριγμού Βικιλεξικό
    • Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. (Κώστας Χατζόπουλος (1868‑1920), νουβέλα: Φθινόπωρο, VII)

Ετυμολογία

τριχτός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριχτόςτριχτήτριχτό
Γενικήτριχτούτριχτήςτριχτού
Αιτιατικήτριχτότριχτήτριχτό
Κλητικήτριχτέτριχτήτριχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριχτοίτριχτέςτριχτά
Γενικήτριχτώντριχτώντριχτών
Αιτιατικήτριχτούςτριχτέςτριχτά
Κλητικήτριχτοίτριχτέςτριχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →