τρίζω
•
- βγάζω λεπτό, ξερό και τρεμουλιαστό ήχο Βικιλεξικό
- το παλιό ξύλινο πάτωμα έτριζε κάθε φορά που κάποιος περπατούσε πάνω του
- μεταφορικάγια κάτι που βρίσκεται σε κρίση ή κλονίζεται Βικιλεξικό
- τρίζουν τα θεμέλια της οικονομίας
Ετυμολογία
τρίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρίζω ηχομιμητικής αρχής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρίζω | τρίζεις | τρίζει | τρίζουμε | τρίζετε | τρίζουν / τρίζουνε |
| Παρατατικός | έτριζα | έτριζες | έτριζε | τρίζαμε | τρίζατε | έτριζαν / τρίζαν / τρίζανε |
| Αόριστος | έτριξα | έτριξες | έτριξε | τρίξαμε | τρίξατε | έτριξαν / τρίξαν / τρίξανε |
| Μέλλοντας | θα τρίζω / θα τρίξω | θα τρίζεις / θα τρίξεις | θα τρίζει / θα τρίξει | θα τρίζουμε / θα τρίξουμε | θα τρίζετε / θα τρίξετε | θα τρίζουν / θα τρίζουνε / θα τρίξουν / θα τρίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρίξει | έχεις τρίξει | έχει τρίξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρίξει | είχες τρίξει | είχε τρίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρίξει / να τρίζω / να τρίξω | να έχεις τρίξει / να τρίζεις / να τρίξεις | να έχει τρίξει / να τρίζει / να τρίξει | να τρίζουμε / να τρίξουμε | να τρίζετε / να τρίξετε | να τρίζουν / να τρίζουνε / να τρίξουν / να τρίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε τριγμένο / τρίζε / τρίξε | — | — | τρίζετε / τρίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →