Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροποποίηση

/tɾo.poˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τροποποιώ, μερική μεταβολή, αλλαγή Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήαλλαγή που γίνεται από χρήστες σε ένα λογισμικό ή παιχνίδι για προσθήκη περιεχομένου ή επιδιόρθωση σφαλμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροποποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τροποποίησις + -ση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική modification, αγγλική modification. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα τροποποίη- του τροποποιώ + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροποποίησητροποποιήσεις
Γενικήτροποποίησηςτροποποιήσεων
Αιτιατικήτροποποίησητροποποιήσεις
Κλητικήτροποποίησητροποποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →