τροποποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τροποποιώ, μερική μεταβολή, αλλαγή Βικιλεξικό
- πληροφορικήαλλαγή που γίνεται από χρήστες σε ένα λογισμικό ή παιχνίδι για προσθήκη περιεχομένου ή επιδιόρθωση σφαλμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροποποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τροποποίησις + -ση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική modification, αγγλική modification. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα τροποποίη- του τροποποιώ + -ση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροποποίηση | τροποποιήσεις |
| Γενική | τροποποίησης | τροποποιήσεων |
| Αιτιατική | τροποποίηση | τροποποιήσεις |
| Κλητική | τροποποίηση | τροποποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →