Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχαίος

/tɾoˈçeos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο τροχονόμος, αστυνομικός που υπηρετεί στην τροχαία Βικιλεξικό
  2. νεοελληνικήμετρικός πόδας με δύο συλλαβές: τονισμένη - άτονη (—‿) Βικιλεξικό
    • Σε γνω | ρί-ζω‿α | πό την | κό-ψη (τροχαϊκό μέτρο στον Εθνικό Ύμνο του Σολωμού)
  3. αρχαία ελληνικήεναλλαγή μακρόχρονης- βραχύχρονης συλλαβής (—‿) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροχαίος < :* για τη μετρική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τροχαῖος (τροχαῖος πούς) < τροχός :* για την κυκλοφορία τροχοφόρων < τροχαία (εννοείται αστυνομία), θηλυκό του τροχαίος. Διαφορετική η ελληνιστική κοινή τροχαῖος (που τρέχει)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροχαίοςτροχαίοι
Γενικήτροχαίουτροχαίων
Αιτιατικήτροχαίοτροχαίους
Κλητικήτροχαίετροχαίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τροχαίος

/tɾoˈçeos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται, αφορά ή είναι σχετικός με την κίνηση των τροχοφόρων στους δημόσιους χώρους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροχαίος < :* για τη μετρική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τροχαῖος (τροχαῖος πούς) < τροχός :* για την κυκλοφορία τροχοφόρων < τροχαία (εννοείται αστυνομία), θηλυκό του τροχαίος. Διαφορετική η ελληνιστική κοινή τροχαῖος (που τρέχει)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχαίοςτροχαίατροχαίο
Γενικήτροχαίουτροχαίαςτροχαίου
Αιτιατικήτροχαίοτροχαίατροχαίο
Κλητικήτροχαίετροχαίατροχαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχαίοιτροχαίεςτροχαία
Γενικήτροχαίωντροχαίωντροχαίων
Αιτιατικήτροχαίουςτροχαίεςτροχαία
Κλητικήτροχαίοιτροχαίεςτροχαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →