τροχοπέδιλο
•
- πέδιλο που του έχουν προσαρμόσει τροχούς, για να κυλά σε μια λεία επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροχοπέδιλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τροχοπέδιλον (μαρτυρείται από το 1893, στον πληθυντικό τροχοπέδιλα). Συγχρονικά αναλύεται σε τροχ(ός) + -ο- + πέδιλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροχοπέδιλο | τροχοπέδιλα |
| Γενική | τροχοπέδιλου | τροχοπέδιλων |
| Αιτιατική | τροχοπέδιλο | τροχοπέδιλα |
| Κλητική | τροχοπέδιλο | τροχοπέδιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →