τρυφεράδα
•
- προφορικότο να είναι κάτι τρυφερό, η ιδιότητα του τρυφερού Βικιλεξικό
- προφορικόη συμπεριφορά κάποιου που φέρεται τρυφερά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρυφεράδα < τρυφερός + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυφεράδα | τρυφεράδες |
| Γενική | τρυφεράδας | τρυφεράδων |
| Αιτιατική | τρυφεράδα | τρυφεράδες |
| Κλητική | τρυφεράδα | τρυφεράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →