Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρυφερός

/tɾi.feˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ανθρώπουςευγενικός και ευαίσθητος, λεπτός, γλυκός Βικιλεξικό
    • Μετά τινας ἡμέρας, αἴφνης, κατόπιν δυὸ τριῶν ὡρῶν ἀπουσίας τοῦ συζύγου — ἀσυνήθους ἄλλως — ὁ οὐρανὸς αἰθρίασεν. Ἐκεῖνος ἔγεινεν ὁ σύζυγος τῶν πρώτων ἡμερῶν· εὔθυμος, διαχυτικός, τρυφερός… προπάντων τρυφερός, ὡσὰν εἰκοσαετὴς νεανίας. (Παναγιώτης Αξιώτης, Η αντίζηλος, 1899)
  2. για κάτι που εκφράζει έναν τρυφερό άνθρωπο Βικιλεξικό
  3. που πληγώνεται εύκολα, ευαίσθητος Βικιλεξικό
    • τρυφερή ηλικία
  4. για ενέργειεςαπαλός και ευαίσθητος Βικιλεξικό
    • ένα τρυφερό χάδι
  5. για τροφέςπου μασιέται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρυφερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρυφερός → δείτε τη λέξη τρυφή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρυφερόςτρυφερήτρυφερό
Γενικήτρυφερούτρυφερήςτρυφερού
Αιτιατικήτρυφερότρυφερήτρυφερό
Κλητικήτρυφερέτρυφερήτρυφερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρυφεροίτρυφερέςτρυφερά
Γενικήτρυφερώντρυφερώντρυφερών
Αιτιατικήτρυφερούςτρυφερέςτρυφερά
Κλητικήτρυφεροίτρυφερέςτρυφερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →