τρωγαλίζω
•
- μασουλάω κάτι κάνοντας φασαρία με τα δόντια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρωγαλίζω < τρωγάλι(α) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρωγαλίζω | τρωγαλίζεις | τρωγαλίζει | τρωγαλίζουμε | τρωγαλίζετε | τρωγαλίζουν / τρωγαλίζουνε |
| Παρατατικός | τρωγάλιζα | τρωγάλιζες | τρωγάλιζε | τρωγαλίζαμε | τρωγαλίζατε | τρωγάλιζαν / τρωγαλίζαν / τρωγαλίζανε |
| Αόριστος | τρωγάλισα | τρωγάλισες | τρωγάλισε | τρωγαλίσαμε | τρωγαλίσατε | τρωγάλισαν / τρωγαλίσαν / τρωγαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα τρωγαλίζω / θα τρωγαλίσω | θα τρωγαλίζεις / θα τρωγαλίσεις | θα τρωγαλίζει / θα τρωγαλίσει | θα τρωγαλίζουμε / θα τρωγαλίσουμε | θα τρωγαλίζετε / θα τρωγαλίσετε | θα τρωγαλίζουν / θα τρωγαλίζουνε / θα τρωγαλίσουν / θα τρωγαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρωγαλίσει | έχεις τρωγαλίσει | έχει τρωγαλίσει | έχουμε τρωγαλίσει | έχετε τρωγαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρωγαλίσει | είχες τρωγαλίσει | είχε τρωγαλίσει | είχαμε τρωγαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρωγαλίσει / να τρωγαλίζω / να τρωγαλίσω | να έχεις τρωγαλίσει / να τρωγαλίζεις / να τρωγαλίσεις | να έχει τρωγαλίσει / να τρωγαλίζει / να τρωγαλίσει | να έχουμε τρωγαλίσει / να τρωγαλίζουμε / να τρωγαλίσουμε | να έχετε τρωγαλίσει / να τρωγαλίζετε / να τρωγαλίσετε | να τρωγαλίζουν / να τρωγαλίζουνε / να τρωγαλίσουν / να τρωγαλίσουνε |
| Προστακτική | — | τρωγάλιζε / τρωγάλισε | — | — | τρωγαλίζετε / τρωγαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →