τρώγλη
•
- σπηλιά στην οποία κατοικούσαν άνθρωποι χωρίς άλλη κατοικία Βικιλεξικό
- μειωτικόανήλια, στενή και σε κακή κατάσταση (υπόγεια) κατοικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρώγλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρώγλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρώγλη | τρώγλες |
| Γενική | τρώγλης | τρωγλών |
| Αιτιατική | τρώγλη | τρώγλες |
| Κλητική | τρώγλη | τρώγλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →