Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσέρκι

/t͡seɾˈci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταλλικό στεφάνι που συγκρατεί τα ξύλα των βαρελιών Βικιλεξικό
  2. βιομηχανοποιημένος ημίσκληρος πλαστικός ιμάντας που χρησιμοποιείται για δέσιμο και σφίγγεται με μηχάνημα Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) το μηχάνημα που σφίγγει το τσέρκι
  3. παλιό παιχνίδιμεταλλικό ή ξύλινο στεφάνι· τα παιδιά έκαναν αγώνα ποιο θα κυλήσει ταχύτερα το στεφάνι, ωθώντας το είτε με τα χέρια, είτε με ένα ξύλο. Βικιλεξικό
    • Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Γέλαγε η Μαρία)
    • Επειδή σ' αγαπώ, ξαναβγαίνω με τσέρκι στους δρόμους […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Επειδή σ'αγαπώ)
  4. κουζινικάφόρμα ζαχαροπλαστικής που συγκρατεί περιμετρικά το γλυκό Βικιλεξικό
  5. ιδιωματικόο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή των Βουρλών της Μικράς Ασίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσέρκι < (άμεσο δάνειο) ιταλική cerchi (πληθυντικός του αρσενικού cerchio, που θεωρήθηκε ουδέτερο στον ενικό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσέρκιτσέρκια
Γενικήτσερκιούτσερκιών
Αιτιατικήτσέρκιτσέρκια
Κλητικήτσέρκιτσέρκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →