τσέρκι
•
- μεταλλικό στεφάνι που συγκρατεί τα ξύλα των βαρελιών Βικιλεξικό
- βιομηχανοποιημένος ημίσκληρος πλαστικός ιμάντας που χρησιμοποιείται για δέσιμο και σφίγγεται με μηχάνημα Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) το μηχάνημα που σφίγγει το τσέρκι
- παλιό παιχνίδιμεταλλικό ή ξύλινο στεφάνι· τα παιδιά έκαναν αγώνα ποιο θα κυλήσει ταχύτερα το στεφάνι, ωθώντας το είτε με τα χέρια, είτε με ένα ξύλο. Βικιλεξικό
- Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Γέλαγε η Μαρία)
- Επειδή σ' αγαπώ, ξαναβγαίνω με τσέρκι στους δρόμους […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Επειδή σ'αγαπώ)
- κουζινικάφόρμα ζαχαροπλαστικής που συγκρατεί περιμετρικά το γλυκό Βικιλεξικό
- ιδιωματικόο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή των Βουρλών της Μικράς Ασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσέρκι < (άμεσο δάνειο) ιταλική cerchi (πληθυντικός του αρσενικού cerchio, που θεωρήθηκε ουδέτερο στον ενικό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσέρκι | τσέρκια |
| Γενική | τσερκιού | τσερκιών |
| Αιτιατική | τσέρκι | τσέρκια |
| Κλητική | τσέρκι | τσέρκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →