τσαέρα
•
- η καρέκλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαέρα < παλαιά γαλλική chaiere, βλέπε και μοντέρνα γαλλική chaire < λατινική cathedra < αρχαία ελληνική καθέδρα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →